Επιτακτική ανάγκη ο Πάγκος του Παραγωγού

pagosΟλοένα και πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη εφαρμογής του μοντέλου συναλλαγής που θέλει τα προϊόντα από το χωράφι και τον παραγωγό να διατίθενται κατευθείαν στον καταναλωτή. Ο λόγος για τον «Πάγκο του Παραγωγού». Πλέον οι αριθμοί της κερδοσκοπίας είναι πύρινοι και τα μεγάλα συμφέροντα των μεσαζόντων χαμηλώνουν συστηματικά και ανενόχλητα την ποιότητα ζωής των καταναλωτών.

Η ΒΙΟΖΩ πάντως δεν κάθεται με σταυρωμένα τα χέρια. Βρίσκεται σε καθημερινές -σχεδόν- επαφές με όλους όσους από θέσης μπορούν να συμβάλλουν στην άμυνά μας με την καθιέρωση του Πάγκου του Παραγωγού.

Ας δούμε όμως πως φωτογραφίζεται το πρόβλημα σήμερα: Σύμφωνα με ρεπορτάζ, λόγω της κερδοσκοπίας και της πολιτικής των μεσαζόντων ανάµεσα στον παραγωγό και τον τελικό καταναλωτή, οι τιμές από το χωράφι στο ράφι, στα αγροτικά προϊόντα ανεβαίνουν μέχρι και 675%. Παρά το γεγονός ότι οι τιµές παραγωγού σε µια σειρά προϊόντων (βιοµηχανική ντοµάτα, φέτα κ.ά.) παραµένουν στα περσινά επίπεδα, οι λιανικές τιµές στο καλάθι της νοικοκυράς είναι υπερδιπλάσιες, επισημαίνεται στο δημοσίευμα της εφημερίδας «Τα Νέα».

Ένα λίτρο έξτρα παρθένο ελαιόλαδο, οξύτητας 3-9 γραµµών, πωλείται από τον παραγωγό προς 2 ευρώ αλλά μέχρι να φτάσει στο ράφι του σούπερ µάρκετ η τιμή του πλέον είναι από 5-6 ευρώ (διαφορά 200%). Για ένα κιλό ντοµάτες ο παραγωγός εισέπραξε φέτος 0,08 ευρώ, αλλά ο ντοµατοπελτές στο ράφι πωλείται 0,62 ευρώ (675%). Ένα κιλό ρύζι πωλείται 1,54 ευρώ έναντι 0,26-0,32 ευρώ που πήρε φέτος ο παραγωγός (492%) και ένα πακέτο µακαρόνια προς 0,83 ευρώ έναντι 0,23-0,25 ευρώ που εισέπραξε για ένα κιλό σκληρό σιτάρι φέτος ο παραγωγός (261%).

Αυτοί δηλαδή που θησαυρίζουν είναι οι χονδρέµποροι των αγροτικών προϊόντων, διακινητές και µεταποιητές, αφού στόχος τους είναι να διατηρούν τα περιθώρια κέρδους τους αµετάβλητα, είτε οι τιµές παραγωγού ανεβαίνουν είτε πέφτουν.

Παρόμοιο είναι και το συµπέρασµα στο οποίο καταλήγει µελέτη του Κέντρου Προγραµµατισµού και Οικονοµικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), που πρόκειται να ανακοινωθεί την Πέμπτη και η οποία εξετάζει τον βαθµό µετακύλισης των τιµών από το επίπεδο του παραγωγού σ’ αυτό του καταναλωτή. Η µελέτη διαπιστώνει αυτό που χρόνια τώρα καταγγέλλουν οι παραγωγοί, δηλαδή ασυµµετρία στη µετακύλιση των τιµών, και ότι ο νόµος της προσφοράς και της ζήτησης συχνά στην Ελλάδα δεν λειτουργεί.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγµα µε τα πορτοκάλια, όπου το µέσο εµπορικό περιθώριο της εξεταζόµενης περιόδου (1995-2004) είναι 55%. Κάθε φορά, όµως, που για κάποιους λόγους, όπως η χαµηλή κατανάλωση, το περιθώριο έπεφτε κάτω του 55%, παρατηρούνταν αύξηση στις τιµές λιανικής, γεγονός που δεν οφειλόταν φυσικά σε αυξηµένη ζήτηση αλλά στην προσπάθεια των µεσαζόντων να επαναφέρουν το κέρδος στα αρχικά του επίπεδα. Σύµφωνα µε στοιχεία της αγοράς, για ένα κιλό πορτοκάλια ο παραγωγός εισπράττει 0,40-0,60 ευρώ, ενώ ο καταναλωτής τα βρίσκει στο σούπερ µάρκετ προς 0,90 ευρώ.

Επιπλέον, σύµφωνα µε το ΚΕΠΕ, στα περισσότερα προϊόντα ,όπως τα λαχανικά και οι ντοµάτες, ο παραγωγός και ο καταναλωτής βρίσκονται σε αδύναµη θέση, δεν διαµορφώνουν δηλαδή εκείνοι τις τιµές, ακόµη και όταν η ζήτηση είναι χαµηλή. Τις τιµές τις επιβάλλουν οι ενδιάµεσοι της εφοδιαστικής αλυσίδας, η λειτουργία της οποίας είναι, σύµφωνα µε την έρευνα, αναποτελεσµατική. Συνεπώς, για τη βελτίωση της θέσης των παραγωγών και των καταναλωτών θα πρέπει να αυξηθεί η διαπραγµατευτική τους δύναµη (µέσω των Οργανώσεων Παραγωγών) και να λειτουργήσει το περιβόητο Παρατηρητήριο Τιµών Παραγωγού Οπωροκηπευτικών.