Σουρής και Άμεση Δημοκρατία

soyris

"Να 'χει κλητήρες για φρουρά

και να σε κλέβουν φανερά,

κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε

τον κλέφτη να γυρεύουνε;"

Υπήρξε από τους ανθρώπους που σήμερα έχουμε ανάγκη. Αν ήταν στη ζωή, αυτές τις μέρες θα τον βάζαμε στην κεφαλή της πορείας μας, στο κέντρο των λαϊκών μας συνελεύσεων, στην πρώτη σειρά για να κρίνει τις αυθόρμητες καλλιτεχνικές μας εκφράσεις.

Όμως λείπει.

Αντ' αυτού κρατάμε στην καρδιά μας τα λόγια του. Τα σκαρώνουμε άφοβα πάνω σε πολύχρωμα πλακάτ κι αυτά φέγγουν τις μέρες και τα βράδια στις πλατείες.

Οι στίχοι του πιο επίκαιροι από ποτέ.

Οι λέξεις γίνονται χαμόγελο στα χείλη.

Αυτό το χιούμορ είναι το διαπεραστικότερο όπλο:

 

Ποιος είδε κράτος λιγοστό

σ' όλη τη γη μοναδικό,

εκατό να εξοδεύει

και πενήντα να μαζεύει;

 

Να τρέφει όλους τους αργούς,

νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,

ταμείο δίχως χρήματα

και δόξης τόσα μνήματα;

 

Να 'χει κλητήρες για φρουρά

και να σε κλέβουν φανερά,

κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε

τον κλέφτη να γυρεύουνε;

 

Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν

ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,

οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν

δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

 

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,

κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.

Κι από προσπάππου κι από παππού

συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

 

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-

να παριστάνει τον ευρωπαίο.

Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει

στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.

 

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,

ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.

Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,

λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

 

Και ψωμοτύρι και για καφέ

το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».

Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς

σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

 

Δυστυχία σου, Ελλάς,

με τα τέκνα που γεννάς!

Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,

τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

 

Γεώργιος Σουρής (1853-1919)